Απόσπασμα
ΚΑΤΑΓΓΕΛΙΑ ΣΥΜΒΑΣΗΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ ΑΟΡΙΣΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ. ΠΡΟΜΗΝΥΣΗ. ΚΑΤΑΓΓΕΛΙΑ ΥΠΟ ΑΙΡΕΣΗ. ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΗ ΚΑΤΑΓΓΕΛΙΑ. ΑΞΙΩΣΕΙΣ ΣΕ ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ ΑΚΥΡΗΣ ΚΑΤΑΓΓΕΛΙΑΣ. Η τακτική καταγγελία της εργασιακής σχέσης δεν επιφέρει την άμεση λύση της, αλλά η τελευταία εξακολουθεί να λειτουργεί μέχρι τη λήξη του χρόνου της προμήνυσης κατά τη διάρκεια του οποίου εξακολουθούν να υφίστανται αναλλοίωτα τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις των μερών από τη σχέση. Σκοπός της προμήνυσης (προθεσμίας, προειδοποίησης) είναι η έγκαιρη προειδοποίηση του εργαζομένου, αλλά και του εργοδότη (εάν ο καταγγέλλων συμβαίνει να είναι ο εργαζόμενος) για την επικείμενη λύση της εργασιακής σχέσης, ώστε να φροντίσουν ο μεν εργαζόμενος να αναζητήσει αλλού εργασία, ο δε εργοδότης να βρει αντικαταστάτη του εργαζομένου, ο οποίος αποχωρεί. Ο χρόνος της προμήνυσης έχει για συνέπεια να αναστέλλει την άμεση ενέργεια της καταγγελίας της σύμβασης για όσο χρονικό διάστημα διαρκεί. Κατά το χρονικό αυτό διάστημα η σύμβαση συνεχίζει την κανονική λειτουργία της, χωρίς να μετατρέπεται σε σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου, και λύεται με την πάροδο του χρόνου προειδοποίησης (καταγγελία υπό αναβλητική αίρεση), οπότε καταβάλλεται και η αποζημίωση. Παρότι η καταγγελία δεν επιδέχεται κατ’ αρχήν αίρεση, αφού η προσθήκη αίρεσης δημιουργεί αβεβαιότητα στον αντισυμβαλλόμενο σχετικά με τη λήξη ή όχι της σύμβασης, η οποία δεν συμβιβάζεται με το χαρακτήρα της καταγγελίας ως διαπλαστικής δικαιοπραξίας, είναι εντούτοις έγκυρη η επικουρική καταγγελία, δηλαδή η δεύτερη καταγγελία στην οποία προβαίνει ο καταγγέλλων, για την περίπτωση που η προηγούμενη καταγγελία θα κρινόταν από το δικαστήριο ως άκυρη. Η δεύτερη αυτή καταγγελία περιέχει αίρεση δικαίου, η οποία είναι επιτρεπτή και η οποία, ανάλογα με τη νομική κατάσταση, αν μεν η πρώτη καταγγελία είναι έγκυρη, δεν έχει καμιά αξία και έννομη επιρροή, αν δε είναι άκυρη, επιφέρει αυτή το πρώτον τη λύση της σύμβασης. Περαιτέρω η συνέχιση, μετά την καταγγελία της εργασιακής σύμβασης, της προσφοράς της εργασίας από τον εργαζόμενο και η αποδοχή της από τον εργοδότη, μπορεί να οδηγήσει μόνο στη σύναψη νέας σύμβασης εργασίας χωρίς να επιδρά στη λύση της σύμβασης εργασίας που επέρχεται με την περιέλευση της καταγγελίας στον εργαζόμενο. Η καταγγελία είναι άκυρη (και όχι ανυπόστατη) αν δεν είναι έγγραφη και ο εργοδότης δεν καταβάλει στον απολυόμενο μισθωτό αποζημίωση απόλυσης. Η ακυρότητα είναι σχετική υπέρ του εργαζομένου, ο οποίος έχει την ευχέρεια είτε να θεωρήσει άκυρη την καταγγελία και να αξιώσει την καταβολή των αποδοχών του από τον υπερήμερο πλέον εργοδότη, προσφέροντας σ’ αυτόν προσηκόντως τις υπηρεσίες του, είτε παραιτούμενος από το δικαίωμα του προσβολής του κύρους της καταγγελίας να θεωρήσει αυτή έγκυρη και να απαιτήσει τη νόμιμη αποζημίωση.
Διατάξεις: άρθρα 1, 3 Ν 2112/1920, 5 Ν 3198/1955






